Book review: Το κορίτσι της διπλανής πόρτας - Jack Ketchum

Όταν αποφασίζεις να διαβάσεις ένα βιβλίο του Jack Ketchum, ξέρεις περίπου τι σε περιμένει.

Ο τύπος δεν δείχνει κανένα έλεος· στα δικά του βιβλία δεν υπάρχει ούτε η έκφραση «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Στις σελίδες τους τα τέρατα είναι αληθινά – μάλιστα, τα περισσότερα έχουν ανθρώπινη μορφή και κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

«Το κορίτσι της διπλανής πόρτας» διαπραγματεύεται αυτό ακριβώς που λέει κι ο τίτλος του: την ιστορία της Μέγκαν, ενός μικρού κοριτσιού που έρχεται να μείνει στο διπλανό σπίτι από εκείνο όπου ζει ο ήρωας-αφηγητής. Η Μεγκ και η μικρότερη αδελφή της, η Σούζαν, έχουν χάσει τους γονείς τους σε τροχαίο και ζουν πλέον με μια μακρινή συγγενή, τη Ρουθ, που μεγαλώνει μόνη της τους τρεις γιους της.

Αρχικά όλα μοιάζουν συνηθισμένα· κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τη φρίκη που παραμονεύει ύπουλα στη γωνία. Ούτε καν η Μεγκ, και ας καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά με την οικογένεια Τσάντλερ. Οι -έτσι κι αλλιώς- εύθραυστες ισορροπίες διαταράσσονται και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τις συνέπειες. Ούτε καν ο Ντέιβιντ, ο γείτονας και αυτόπτης μάρτυρας πολλών από τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα στις σελίδες του βιβλίου. Ο αυτόπτης μάρτυρας της φρίκης που θα βιώσει η Μεγκ, αλλά κι η αδελφή της, όντας διχασμένος ο ίδιος ανάμεσα στη νοσηρή επιθυμία του να συμμετάσχει στο μαρτύριο του μικρού κοριτσιού και στη φρίκη που του προκαλούν οι αποτροπιαστικές πράξεις της Ρουθ και των γιών της.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, όμως η αφήγηση του ενήλικα Ντέιβιντ προκαλεί στον αναγνώστη ανατριχίλα, ενώ είναι ολοφάνερο πως ούτε κι εκείνος έχει καταφέρει να ξεπεράσει όσα έγιναν. Όσα μαρτύρια υπέφερε το κορίτσι της διπλανής πόρτας, σε μια ιστορία όπου η φρίκη και η ανθρώπινη κτηνωδία χάνουν τον έλεγχο και ξεφεύγουν από κάθε όριο…

Ξέροντας το στυλ του Ketchum και διαβάζοντας την περίληψη του βιβλίου, ήξερα εξαρχής πως δεν θα μπορούσα να περιμένω τίποτα καλό. Απλά ανέμενα για τη στιγμή που θα άρχιζε να μου σφίγγεται το στομάχι – κάτι που συνέβη περίπου από τη μέση του βιβλίου και μετά, όσο δηλαδή η αφήγηση προχωρούσε ολοένα στα σκοτεινά μονοπάτια των διαταραγμένων μυαλών αυτών που συμμετείχαν στον βασανισμό της Μεγκ.

Στο σημείωμά στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας αναφέρει πως η ιστορία του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, οπότε η αφήγηση αποκτά μια χροιά ακόμα πιο μακάβρια, μιας και δεν είναι όλα όσα εξιστορεί προϊόντα της -ταλαντούχας αλλά διεστραμμένης- φαντασίας του, αλλά βασισμένα στα πραγματικά βασανιστήρια ενός υπαρκτού προσώπου.

Η αφήγηση τοποθετείται χρονικά στη δεκαετία του ’50, σε μια μικρή πόλη της Αμερικής. Είναι καλοκαίρι και όλα μοιάζουν ειδυλλιακά, ήσυχα και ξέγνοιαστα στην ήρεμη γειτονιά των πρωταγωνιστών της ιστορίας. Τα παιδιά βγαίνουν κάθε μέρα για να παίξουν, όμως αποδεικνύεται πως κάποια από τα παιχνίδια τους δεν είναι και τόσο αθώα. Η αρχική αίσθηση ανεμελιάς δεν αργεί να μετατραπεί σταδιακά σε ένα σμάρι από αρνητικά συναισθήματα: έκπληξη, σαστιμάρα, αγωνία, φόβο, αποτροπιασμό, φρίκη.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον μικρό Ντέιβιντ ως πρωτοπρόσωπο αφηγητή, και από το δικό του στόμα μαθαίνουμε όλα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το μακρινό καλοκαίρι της παιδικής του ηλικίας. Η αμεσότητα της γραφής είναι έντονη σε κάθε στιγμή· αφενός γιατί ουσιαστικά η αφήγηση προέρχεται από το στόμα ενός παιδιού και αφετέρου γιατί είναι τέτοιες οι σκηνές, που δεν σηκώνουν περιττές φανφάρες. Ο τρόμος, η φρίκη και τα απανωτά σοκ είναι απτά και παλλόμενα συναισθήματα, που ξεχύνονται σαν νερά βρόμικου υπονόμου και πλημμυρίζουν το μυαλό και την ψυχή του αναγνώστη.

Δυνατό χαρτί της αφήγησης -πέρα από την ίδια την ιστορία- είναι κι οι ήρωές της. Από τη μία έχουμε τα δύο αθώα θύματα, τη Μεγκ και την αδελφή της, και από την άλλη όλους τους άλλους. Τη Ρουθ, μια άρρωστη, σιχαμένη και γεμάτη κόμπλεξ γυναίκα, για την οποία η αθωότητα κι η φρεσκάδα της Μεγκ αποτελούν κόκκινο πανί. Τους γιους της, επίσης διαταραγμένους ψυχολογικά, που παρακινούνται από τη μάνα τους να συμμετάσχουν στη φρίκη ή να προκαλέσουν καινούρια. Τα μικρά παιδιά της γειτονιάς, που θεωρούν απόλυτα λογικό -ακόμα και συναρπαστικό- όλο αυτό που γίνεται και διψούν να λάβουν μέρος, αντί να διαλαλήσουν παντού τη φρίκη. Και τον Ντέιβιντ, που συμπαθεί μεν τη Μεγκ, όμως δεν διστάζει να γίνει σιωπηλός μάρτυρας όλων όσων υποφέρει εκείνη, αλλά εν μέρει και να πάρει και ο ίδιος μέρος. Κι ας μετανιώνει στο τέλος. Κανένας από όλους αυτούς δεν έχει λύπηση ή δικαιολογία· καμία ψυχική ασθένεια δεν δικαιολογεί αυτό το μένος· καμία παιδική ηλικία δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερασπιστικό τερτίπι, όταν τα κατά τα άλλα παιδικά μυαλά κατακλύζονται από τέτοια βρομιά σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά τους και τους γύρω τους. Προκαλεί πραγματικό σοκ το να διαβάζει κανείς, εκτός από τα όσα υπέφερε το μικρό κορίτσι, το πώς ζουν, σκέφτονται και φέρονται μικρά αγόρια, που δεν έχουν μπει καν στην εφηβεία τους. Προκαλεί απορία το μέλλον που διαγράφεται για εκείνα.

Μέσα από τα βιβλία του, ο Jack Ketchum μάς έχει διδάξει πως τα χειρότερα τέρατα είναι αυτά που κυκλοφορούν ανάμεσά μας με ανθρώπινα, φαινομενικά αθώα προσωπεία, αλλά και πως κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί το μέγεθος της σκοτεινής αβύσσου που μπορεί να κρύβει η ανθρώπινη ψυχή. Το «Κορίτσι της διπλανής πόρτας» είναι η περίτρανη απόδειξη πως τέτοια περιστατικά είναι δυστυχώς διαχρονικά και πάντοτε επίκαιρα. Διαβάζεται απ’ όσους διαθέτουν αληθινά γερό στομάχι.


Χρύσα Βασιλείου

 

e-max.it: your social media marketing partner
Για την βέλτιστη δυνατή εμπειρία χρήσης, η ιστοσελίδα bookcity.gr χρησιμοποιεί cookies.